μοιραστικός

μοιραστικός
η , ό подлежащий разделению, распределению

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "μοιραστικός" в других словарях:

  • μοιραστικός — μοιραστικός, ή, ό και μοιραστός, ή, ό 1. εκείνος που πρέπει να μοιραστεί, που ανήκει σε δύο ή περισσότερα άτομα. 2. παροιμ., «Το μοιραστικό γομάρι το τρώει ο λύκος», όταν ένα πράγμα το εκμεταλλεύονται πολλά άτομα, τα αποτελέσματα δεν είναι τα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μοιραστικός — ή, ό, θηλ. και ιά [μοιράζω] 1. αυτός που ανήκει σε δύο ή περισσότερους και πρέπει να διανεμηθεί, να μοιραστεί 2. παροιμ. «το μοιραστικό γομάρι (ή κοπάδι) τό τρώει ο λύκος» η συγκυριότητα σε κάτι δεν εγγυάται προκοπή …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»